Έγκε Γκέραρντ: Ολλανδικό ιντερλούδιο παιγμένο σε κρητική λίρα! (φωτο-βίντεο)

Ο, εμφανώς καταβεβλημένος, Ευγένιος Γκέραρντ βρέθηκε στον χθεσινό εντός έδρας αγώνα του ΟΦΗ κόντρα στον Άρη και το menshouse.gr κλείνει τα μάτια προκειμένου ν’ ακούσει καλύτερα το τραγούδι της ζωής του…
Κάνε ένα βήμα, προχώρησε προς το μέρος του. Μην φοβάσαι, ο Έγκε- όπως μαρτυρά και το ελληνικό του όνομα (Ευγένιος)- είναι ένας ευγενικός άνθρωπος και δεν πρόκειται να σε αποπάρει. Έλα, να η ευκαιρία σου: τώρα που απομακρύνθηκε ο Νίκος Κωστένογλου, πρέπει να πλησιάσεις.

Έχεις δίκιο, ο καθένας μπορεί να καταλάβει γιατί διστάζεις: η εικόνα του είναι μια άυλη γροθιά στο στομάχι, η οποία, όμως, κάνει τα σωθικά σου να σφίγγονται. Ο άλλοτε χαμογελαστός κι ευσταλής Ολλανδός μοιάζει σήμερα μ’ ένα ταλαιπωρημένο κακέκτυπο του πρότερου εαυτού του. Το πάρκινσον κι εκείνο το πνευμονικό οίδημα έχουν αφήσει τ’ ανεξίτηλα σημάδια τους επάνω του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί, πλέον, να περπατήσει και να μιλάει ελάχιστα έως καθόλου.

Όμως, αν πας αρκετά κοντά του, ίσως καταφέρεις να τον κάνεις να σου αφηγηθεί- έστω και ψιθυριστά- την ιστορία του. Και τότε θα δεις πως καμιά φορά δε μετρά το αναθεματισμένο το τέλος του ταξιδιού, αλλά η ίδια η διαδρομή.

Γι’ αυτό σου λέω, πλησίασέ τον. Στάσου δίπλα του και χαμογέλα του. Κάνε ησυχία, σε παρακαλώ, και προσπάθησε ν’ ακούσεις τι έχει να σου πει. Άκου την ιστορία του ανθρώπου που το όνομά του συνδέθηκε όσο κανενός άλλου, ενδεχομένως, με τον μεγάλο ΟΦΗ και, κατ’ επέκταση, με ολόκληρη την Κρήτη.

Σσσς, ο «Γκεραρντάκης» ξεκίνησε την αφήγηση. Λέει:

«Έπαιζα ποδόσφαιρο μέχρι τα 32 μου στην Φορτούνα Σίταρντ και μια διετία αφότου τα παράτησα (1972), ανέλαβα το ρόλο του βοηθού προπονητή στην Ρόντα για 11 ολόκληρα χρόνια. Το καλοκαίρι του 1985, ενώ ήμουνα σε διακοπές στην Βουλγαρία και τη Ρουμανία, ο κ. Καζανάκης τηλεφώνησε στον μάνατζέρ μου και του είπε να πάω στην Ελλάδα. Καβάλησα, λοιπόν, το μικρό αυτοκίνητο που είχα τότε και πήγα άγνωστος μεταξύ αγνώστων στην Κρήτη.

Εκεί, την πρώτη μου μόλις σεζόν έφερα την ομάδα στη 2η θέση του πρωταθλήματος (την υψηλότερη που είχε πάρει ποτέ στο πρωτάθλημα της Α΄ Εθνικής) και παρά την περιβόητη υπόθεση του Χιλιανού Αλεσάντρο Ίσις- ο οποίος βρέθηκε ντοπαρισμένος δύο φορές- καταφέραμε ν’ αποφύγουμε την τιμωρία και να παίξουμε για πρώτη φορά στην Ευρώπη.
Το 1987 τρύπησα τον κρητικό ουρανό, καθώς κατακτήσαμε το κύπελλο Ελλάδας επικρατώντας του Ηρακλή στον τελικό και αυξάνοντας κατακόρυφα εκείνο το βράδυ την κατανάλωση ρακής στο νησί.

Επί των ημερών μου ο σπουδαίος ΟΦΗ καθιερώθηκε στα υψηλά στρώματα της βαθμολογίας, ενώ τη σεζόν 1992-1993 κάναμε μια σχεδόν εξωπραγματική πορεία στο (τότε) κύπελλο UEFA και φτάσαμε μέχρι τους «16» της διοργάνωσης, αποκλείοντας στο διάβα μας ομαδάρες όπως η Σλάβια Πράγας και η Ατλέτικο Μαδρίτης.

Έμεινα στον πάγκο του λατρεμένου μου συλλόγου για 16 συναπτά έτη (μέχρι το 2000) καταρρίπτοντας κάθε ρεκόρ συνεχούς παρουσίας σ’ ελληνική ομάδα και, θέλω να πιστεύω, βοήθησα στο να «μεγαλώσει η λίμνη».

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είχα υπό τις οδηγίες μου ορισμένους από τους σπουδαιότερους παίκτες που έχουμε δει ποτέ στην Ελλάδα, όπως ο Νιόπλιας, ο Μαχλάς, ο Πουρσανίδης, ο Αναστασίου, ο Ντιαρά και τόσοι άλλοι. Επίσης, χάρη στη δική μου επιμονή- μιας και είχα πάθει πολιτισμικό σοκ όταν είδα σε τι κατάσταση ήταν το Λίντο που έκανε προπόνηση η ομάδα το 1985- ο Θόδωρας Βαρδινογιάννης κατασκεύασε το ΒΑΚ (Βαρδινογιάννειο Αθλητικό Κέντρο) και γίναμε ο πρώτος σύλλογος σε ολόκληρη τη χώρα με τέτοιες αθλητικές εγκαταστάσεις.

Μετά τη φυγή μου από τον ΟΦΗ στη χαραυγή του νέου μιλένιουμ, πήγα για λίγο στον ΑΠΟΕΛ (2001-2002), για δύο σεζόν στον Ηρακλή (2002-2004), πέρασα 2 φορές από την ΑΕΚ σε ρόλο τεχνικού συμβούλου (2001) και υπεύθυνου του τμήμα σκάουτινγκ (2005) και για τελευταία φορά κάθισα σε πάγκο το 2010, όταν και υπέγραψα στην Παναχαϊκή, όμως μετά από ένα δίμηνο αναφώνησα «Γ@μώ την Παναχαϊκή μου!» και αποχώρησα.

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια η κατάσταση της υγείας μου- όπως μπορείς να διαπιστώσεις και μόνος σου- χειροτέρευσε, με αποτέλεσμα σήμερα στα 77 μου να μη διάγω και τις καλύτερες μέρες μου. Όμως, ξέρεις…».

Αίφνης, τα λόγια αρχίζουν να χάνονται, καθώς το «Γεντί Κουλέ» αρχίζει να σείεται από τις ιαχές «Έγκε Γκέραρντ οέ, οέ, οέ!» κι εσύ καταλαβαίνεις πως ήρθε η ώρα ν’ αφήσεις τον (μόνιμο κάτοικο Κρήτης εδώ και πολύ καιρό) κ. Γκέρναρντ στην ησυχία του. Βλέπεις να τον απομακρύνουν με το καροτσάκι του από τον αγωνιστικό χώρο και να περνά μπροστά από την καρέκλα που φέρει τ’ όνομά του.

Βλέπεις την ζωντανή ιστορία ενός συλλόγου να χάνεται στο βάθος και σκέφτεσαι πως, τελικά, μια ημιτελής πρόταση («Όμως, ξέρεις…») μπορεί να κρύβει πολύ περισσότερα απ’ όσα όλες οι λέξεις σ’ όλες τις γλώσσες του πύργου της Βαβέλ.

Γιατί, φυσικά, όλοι ξέρουμε ποια είναι η αφετηρία και ποιο το φινάλε. Οι πάντες γνωρίζουν το χαρούμενο τραγούδι της αρχής και το πένθιμο του τέλους.

Όμως, που να πάρει, το ιντερλούδιο δε χρειάζεται να είναι απαραίτητα μια παρατεταμένη ηχορρύπανση, αλλά μπορεί να είναι μια ξεχωριστή ολλανδική μελωδία παιγμένη σε κρητική λύρα.

Διάολε, ο Ευγένιος Γκέραρντ και ο ΟΦΗ του έχουν φροντίσει γι’ αυτό.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου